Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Στη μοναδική γυναίκα της ζωής μου ...




Καθώς αυτό το ιστολόγιο μάλλον θα σταματήσει να ενημερώνεται, θα ήθελα να σου αφιερώσω ένα αγαπημένο τραγούδι και μακάρι να μπορούσες να το ακούσεις.
Όπως επίσης και να διαβάσεις όλα αυτά που έγραψα για σένα κατά καιρούς.
Τόση Αγάπη ! Δεν την φαντάζεσαι.
Δεν πειράζει.
Εύχομαι μόνο να φανείς δυνατή.
Και σου υπόσχομαι, θα σε συναντήσω κάποτε, μια μέρα ηλιόλουστη, "we will meet again some sunny day" όπως λένε και οι Pink Floyd, και θα 'σαι πάλι το κοριτσάκι μου, με τα γαλάζια φοβισμένα μάτια, τα καστανά μακριά μαλλιά και το απλό ντύσιμο.







Αντίο Αγάπη μου, προς το παρόν.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

... εσύ μόνο θα ξέρεις ...





Θα φανεί ατύχημα (σκέφτηκε), οι άλλοι δεν θα καταλάβουν, τα παιδιά δεν θα το μάθουν, μόνο εσύ θα ξέρεις.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

... δύο "σκουπιδάκια" ζητάνε μόνο αγάπη ...





Διαβάζοντας την είδηση, για τα δύο μικρά αδελφάκια που βρέθηκαν εγκαταλειμένα από τους "γονείς" τους, στην Πάτρα, να προσπαθούν να περάσουν την κρύα νύχτα, αγκαλιασμένα, δίπλα στους κάδους των σκουπιδιών, πάνω σε ένα πεταμένο καναπέ και σκεπασμένα με ένα χαρτόνι, σαν τα σκουπιδάκια, και όπως φέρνω και ξαναφέρνω αυτή την εικόνα στο μυαλό μου, σκέφτομαι ότι αυτές οι μέρες και οι καταστάσεις που ζούμε θα δοκιμάσουν πια την ανθρωπιά μας.
Εκεί πρέπει να βγούμε νικητές, όχι στους οικονομικούς δείκτες.

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

...ασήκωτη ειν' η καρδιά μου σήμερα ...



Γεια σας φίλοι του ΙΝΡ...

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μικρές καθημερινές νίκες ...



Σε αυτόν τον κόσμο των οικονομικών δεικτών και της δημοσιονομικής χρεωκοπίας, η ζωή πιστώνεται μικρές καθημερινές νίκες.
Το ηλικιωμένο ζευγάρι από τα Πετράλωνα Ιωαννίνων, έζησε μαζί τη ζωή του και επέλεξε να "φύγει" και μαζί, αφού ο 75χρονος Κωνσταντίνος Μπέχλης, όταν έμαθε το θάνατο της συζύγου του Βασιλικής, 73 ετών, πέθανε σε λίγες ώρες.
Ένα μικροσκοπικό γατάκι, που νιαουρίζει έξω από κτίριο δημόσιας υπηρεσίας και υιοθετήθηκε από όλους τους υπαλλήλους.
Όλα αυτά είναι σημάδια.
Σ΄ αυτόν τον ανελέητο κόσμο υπάρχει ακόμη Αγάπη.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011





Και εν κοιλάδι σκιάς θανάτου εάν περιπατήσω δεν θέλω φοβηθή κακόν.
Διότι Συ είσαι μετ’ εμού.
Η ράβδος Σου και η βακτηρία Σου αύται με παρηγορούσιν.

Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Μαλαματένια Λόγια ...







Μαλαματένια λόγια στο μαντήλι
τα βρήκα στο σεργιάνι μου προχθές
τ' αλφαβητάρι πάνω στο τριφύλλι
σου μάθαινε το αύριο και το χθες
μα εγώ περνούσα τη στερνή την πύλη
με του καιρού δεμένος τις κλωστές

Τ' αηδόνια σεχτηκιάσανε στην Τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά
καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία
και να 'σουν ράφτρα μες στην Κοκκινιά
κι όχι να ζεις μ' αυτή την κομπανία
και να μην ξέρεις τ' άστρο του φονιά

Γυρίσανε πολλοί σημαδεμένοι
απ' του καιρού την άγρια πληρωμή
στο μεσοστράτι τέσσερις ανέμοι
τους πήραν για σεργιάνι μια στιγμή
και βρήκανε τη φλόγα που δεν τρέμει
και το μαράζι δίχως αφορμή

Και σαν τους άλλους χάθηκαν κι εκείνοι
τους βρήκαν να γαβγίζουν στα μισά
κι απ' το παλιό μαρτύριο να 'χει μείνει
ένα σκυλί τη νύχτα που διψά
γυναίκες στη γωνιά μ' ασετυλίνη
παραμιλούν στην ακροθαλασσιά

Και στ' ανοιχτά του κόσμου τα καμιόνια
θα ξεφορτώνουν στην Καισαριανή
πώς έγινε με τούτο τον αιώνα
και γύρισε καπάκι η ζωή
πώς το 'φεραν η μοίρα και τα χρόνια
να μην ακούσεις έναν ποιητή

Του κόσμου ποιος το λύνει το κουβάρι
ποιος είναι καπετάνιος στα βουνά
ποιος δίνει την αγάπη και τη χάρη
και στις μυρτιές του ʼδη σεργιανά
μαλαματένια λόγια στο χορτάρι
ποιος βρίσκει για την άλλη τη γενιά

Με δέσαν στα στενά και στους κανόνες
και ξημερώνοντας Παρασκευή
τοξότες φάλαγγες και λεγεώνες
με πήραν και με βάλαν σε κλουβί
και στα υπόγεια ζάρια τους αιώνες
παιχνίδι παίζουν οι αργυραμοιβοί

Ζητούσα τα μεγάλα τα κυνήγια
κι όπως δεν ήμουν μάγκας και νταής
περνούσα τα δικά σου δικαστήρια
αφού στον Άδη μέσα θα με βρεις
να με δικάσεις πάλι με μαρτύρια
και σαν κακούργο να με τιμωρείς



Του Μάνου Ελευθερίου.

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2011

The happiest days of our lives ...



Πριν δέκα χρόνια ακριβώς ...
Εγώ, αυτή, δύο μικρά παιδιά, ένα δωματιάκι δίπλα στη θάλασσα, απέναντι από τον βράχο της Μονεμβάσιας, πολλή αγάπη και δεκάδες μικρά επεισόδια να θυμάμαι.
Οι περίπατοι στην καστροπολιτεία, τα γέλια και τα κλάματα των παιδιών, το μικρό ζαχαροπλαστείο στην μόνη εμβασία, στην είσοδο του βράχου, με το παγωτό σύκο και τα αμυγδαλωτά, τα χαμόγελά της όλο υπονοούμενα το βράδυ της αυγουστιάτικης πανσελήνου πάνω από δυο ποτήρια "μαλβάζια".

Κι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε και με κράτησε ξάγρυπνο τα βράδια.
Πώς άλλαξε η ζωή μέσα σε δέκα χρόνια;
Πώς έπαψαν τα απλά πράγματα να μας ικανοποιούν;
Πού και πώς θα ήμαστε μετά από δέκα χρόνια ;




Καλό ταξίδι Νίκο Θέμελη.


Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

... η νύχτα η δικιά σου ...




Μα μες τον κόσμο αυτόν, ποιός θα πει για τη δικιά σου, τη νύχτα και τη μοναξιά σου ;







Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Αγάπη μ' αντιπαροχή ...





Θα ήθελα να σου πω, αλλά δείλιασα κι έφυγα, όπως πάντα.
Τι να σου πω, ότι θα 'πρεπε να το ξέρεις μετά από τόσα χρόνια,
ότι η Αγάπη δεν έχει αντίτιμο, δεν έχει αντιπαροχή, είναι σύμβαση από χαριστική αιτία.
Ή ίσως θέλει κάτι ευτελές, όπως ένα χάδι ή ένα βλέμμα για να φουντώσει.

Θα δανειστώ έτσι τους στίχους του Οδυσσέα Ιωάννου, για να σου πω κρυφά, ότι "... όσα κομμάτια κι αν μπορέσεις ενώσεις, δεν θα σου φτάσουν μια στιγμή για να με νοιώσεις ..." όλους αυτούς τους μήνες πώς παλεύω.




Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

You know I΄ m no good ...




"Κατά τον Δαίμονα εαυτής"

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2011

"... Ψέματα οι ψεύτες θα σου πουν
στα όνειρά σου για να μπουν
θα το πληρώσεις..."









- ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ -



Αυτός που ξέμεινε εδώ
θα ξαναρθεί με τον καιρό
να τον πληγώσεις.

Φίλοι κι εχθροί θα τον ζητούν
κατάματα θα σε κοιτούν
μη με προδώσεις.

Ψέματα οι ψεύτες θα σου πουν
στα όνειρά σου για να μπουν
θα το πληρώσεις.

Ρίξε τον ήλιο απ' τα κλαδιά
στον κόρφο κρύψε τα καρφιά
μη με προδώσεις.

Απλώνει η νύχτα τη βροχή
μαζί ξεμάκραινες κι εσύ
θα μετανιώσεις.

Αν βρεις στο δρόμο νικητές
φωτιά, τσεκούρι και ληστές
μη με προδώσεις.



Ποίηση Γιάννη Θεοδωράκη.
Η φωτογραφία του Γ. Κιολεσίδη.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Ένα μαχαίρι ...






Στο παζάρι του ληστή
πούλησα τα δάκρυα μου
κι ήβρα την πόρτα σου κλειστή
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου,
πούλησα και την καρδιά μου.

Στο παζάρι του φονιά
σ' έφεραν σαν περιστέρι
Σάββατο βράδυ στις εννιά
και πούλησα, και πούλησα
τα μάτια μου κι αγόρασα μαχαίρι…

[ Ένα μαχαίρι, ένα μικρό-μικρό μαχαίρι
π' ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στην ξαφνιασμένη μας καρδιά
και σταματάει εκεί που τρέμει
θολή και αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι σας λέω ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι]

Στο παζάρι της αυγής
πούλησα και τη φωνή μου
πήρανε και το αίμα μου,
αγάπη, αγάπη, αγάπη μου
πέτρα της υπομονής μου…

Στα παζάρια όλης της γης,
παίξαν ζάρια τη χαρά μου,
κι αγάπη μου σ' αγόρασαν μ' αλυσίδες
μ' αλυσίδες και πληγές
και καρφιά στον ερωτά μου.


[ποίηση Μάνου Ελευθερίου και Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα]



Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

End Game ...




..........END_GAME.................

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

....

Πότε ρε γαμώτο πήρα λάθος στροφή σ' αυτή τη ζωή ;

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Υπερασπίσου το παιδί ...

Σαν σήμερα έφυγε ο Παύλος και ο Αλέξης ...

Ας προφυλάξουμε το άλλο παιδί, αυτό που βρίσκεται στην καρδιά μας.


Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Μοναξιά ...




Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στίς ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ό τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων καί εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους καί ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σέ καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν καί τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια καί οινόπνευμα νά κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα καί δέν κοιμούνται.
'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στίς ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τίς ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται δμοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά τό ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό, τι λάχει.
Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δέν τούς αφήσατε σπιθαμή γιά σπιθαμή.
"Ολοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε μέ μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε τό κόκκινο
γράφουνε σέ συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο γιά γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά καί σύρματα
στά χέρια σας. Στό λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.



"Εμένα οι φίλοι μου"

Ποίημα της Κατερίνας Γώγου.

Τρίτη, 5 Οκτωβρίου 2010

Για την φίλη ...

... που μας αποχαιρετά, αφιερωμένα δύο τραγούδια αγαπημένα, ένα του Παύλου Σιδηρόπουλου "Για την Κ." ίσως το πιό μελαγχολικό τραγούδι που έχει γραφτεί για γυναίκα (συγγνώμη Ανν, αλλά ταιριάζει στα αντίο) και ένα του Σαββόπουλου, "Είδα την Άννα κάποτε".





Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

Γιατί πονάει η αγάπη ;

Πεντακόσια χιλιόμετρα και κάτι παραπάνω, με συντροφιά ένα τραγούδι και τα μάτια βουρκωμένα.

Γιατί να πονάει τόσο η αγάπη ;


Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2010

"S.S. SIRIUS"






Έσκυψε από την κουπαστή και κοίταξε κάτω, εκεί που το νερό δοκίμαζε την αντοχή του ξύλου, καθώς τα πτερύγια του δεξιού τροχού μπαινόβγαιναν σκάβοντας τον ωκεανό.
Ο ήρεμος παφλασμός τους, μαζί με το κροτάλισμα του άξονα, κάλυπταν το βουητό από τα δύο καζάνια, κάτω στα έγκατα του ξύλινου σκαριού.
Η αύρα του πήρε το καπέλο και αυτός, αφού έκανε μια αποτυχημένη κίνηση με το χέρι, να το πιάσει στον αέρα, το είδε να χάνεται πίσω του, πετώντας δίπλα από την μαύρη κορδέλα του καπνού, μέχρι που έπεσε μαλακά στα ήρεμα νερά.
Δώδεκα μέρες συμπλήρωνε ήδη το ταξίδι τους, εκείνο τον Απρίλη του 1838, από το Κόρκ στην Νέα Υόρκη, αυτός, δέκα ακόμη επιβάτες και καμιά τριανταριά άντρες πλήρωμα, σε μία ξέφρενη πορεία να διαπλεύσουν πρώτοι τον Ατλαντικό.
Δώδεκα μέρες με τη μουρμούρα των ναυτών, όχι για τέρατα και στοιχειά της θάλασσας, αλλά για τον κίνδυνο ανάφλεξης του κάρβουνου και αυτό το καινούργιο θηρίο που ξεφυσούσε στη γάστρα του μπάρκου, τον ατμό.
Αυτό που όταν τέλειωσε το κάρβουνο το τάϊσαν τα έπιπλα της τραπεζαρίας και μετά ένα άχρηστο πια κατάρτι, για να μην σταματήσει να βρυχάται.
Κι εκείνος πάνω στον «Σείριο» κοίταζε πια μπροστά προς το τεράστιο μπρούτζινο ανάγλυφο αστέρι στο ακρόπρωρο, κάτω από την πλωριά αντένα.
Τον «Σείριο» που το μικρό σκαρί του έβγαλε το ταξίδι παλικαρίσια, μέσα σε δεκαοκτώ μέρες και έγινε το πρώτο πλοίο που πέρασε τον ωκεανό μόνο με τον ατμό, για να του κλέψει τη δόξα ο «Μεγάλος Δυτικός» που ακολούθησε με τέσσερις μέρες διαφορά και ολοκλήρωσε το ταξίδι του γρηγορότερα.
Τελικά κατέβηκε στη Νέα Υόρκη, δεν γύρισε πίσω, αλλά το τροχήλατο ατμόπλοιο «Σείριος», το πανέμορφο αυτό σκαρί, με το μοναδικό ψηλό φουγάρο και τους δύο κατακόκκινους πλαϊνούς τροχούς που, εκείνο το σούρουπο έσκαβαν ασταμάτητα τον ωκεανό, έκανε άλλη μια φορά το ίδιο ταξίδι, για να περιοριστεί στη συνέχεια σε τοπικά δρομολόγια, Κορκ – Λονδίνο, μέχρι το ναυάγιο του, δέκα χρόνια αργότερα, στα ανοικτά της Ιρλανδίας.

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Πού να βρω τη ψυχή μου ;






Ι. Ανοίγω το στόμα μου.



Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν' ακουν * των ερωτών τα θαύματα.

Ζαλίζει τ' αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κό * βω να πέσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι απο γιούλια και νάρκισ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι ανέμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * και χαλασμένες ψυχές
Κι απ' τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα !



ΙΙ. Με το λύχνο του άστρου.




Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς εβγήκα
στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν

Τ' αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
που να βρώ την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!




ΙΙΙ. Το μαγισσάκι.







Από τους χρόνους τους παλιούς, το 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι

Τ' άπιαστο σαν αερικό, στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς, αλοίμονο σου -εκάης

Έβγα έβγα Μαγισσάκι, χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τι ζουμπούλια και τι κρίνα, τι κι ετούτα τι κι εκείνα

Ντο και ρε και μι και φα, μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι, φούχτα μου και δύναμη

Ποιος θα μου δώκει δύναμη, κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι

Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός, άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του, στην άκρια του κυμάτου

Χτύπα χτύπα το ραβδάκι, χύνε το νερό στ' αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια, παν μαζί και πάνε χώρια

Φα και ρε και μι και ντο, μες στο μπλε το ξάγναντο
Έξι τέσσερα κι οχτώ, γούρι μου και φυλαχτό

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές, ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά, για με το Μαγισσάκι

Που να κοιμάμαι ξυπνητός, να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά, μα νά'μαι ερωτευμένος



IV. Κάτω στης μαργαρίτας τ' αλωνάκι.

Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι
Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα
Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό
Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε
Στάχυα ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

Με χείλια μπρούντζινα κορμιά γυμνά
Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου
Έε! Έε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες
Στο λάδι της κατηφοριάς τ’ αλόγατα βουλιάζουν
Τ’ αλόγατα ονειρεύονται
Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες
Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί
Στους λόφους των λιγνών δεντρών που ζεματάν τ’ αυτιά τους
Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις
καβαλίνες τους.

Πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει
Απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο
Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά
Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσκοϊτιά!





V. Όλα τα πήρε το καλοκαίρι.


Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.






Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, από "Τα Ρω του Έρωτα", "Το Άξιον Εστί" και "Ήλιος ο Πρώτος"

Οι δύο τελευταίες εικόνες είναι κολάζ του ποιητή.














Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Τη μέρα που μεγάλωσα δέκα χρόνια ...




Εκείνη τη μέρα που μεγάλωσα δέκα χρόνια ήμουν δέκα χρονών και είχαμε γιορτή στο σπίτι, του Προφήτη Ηλία, όταν μας ξύπνησε η μητέρα λέγοντας μας ότι έγινε πόλεμος, οι Τούρκοι μπήκαν στην Κύπρο.
Ο πατέρας έλειπε και όταν ήρθε, έκρυβε την ανησυχία του πίσω από ένα διστακτικό χαμόγελο και δύο μεταλλικά αυτοκινητάκια στην τσέπη του, λίγο πριν φύγει για να παρουσιαστεί στο στρατό.
"- Μην φοβάσαι " μου είπε, " είμαι μεγάλος, δεν θα με στείλουν στην πρώτη γραμμή, μάλλον στα μετόπισθεν να προσέχω αμάχους".
Αλλά δεν μπορούσα να ησυχάσω.
Ήταν και το μοιρολόι της γιαγιάς «- θα πέσουν κορμάκια πάλι …»

Το κακό είχε ξεκινήσει πριν μερικές μέρες, θυμάμαι περάσαμε με το Φιατάκι ανάμεσα από τις φωτιές στο Καπανδρίτι, για να πάμε στη θάλασσα.
Εκεί οι μεγάλοι ανησυχούσαν και μιλώντας χαμηλόφωνα έλεγαν για αντιπερισπασμούς και πραξικοπήματα.
Εγώ πάλι έπαιζα με τον αδελφό μου και έβλεπα με περιέργεια τα γκρίζα Μιράζ από την Τανάγρα, να πηγαινοέρχονται ασυνήθιστα συχνά, ήταν σε επιφυλακή.

Εκείνο το μεσημέρι ανήμερα του Προφήτη Ηλία - Κυριακή πρέπει ήταν ;- κάτσαμε όλοι μαζί στο τραπέζι, εγώ κοίταζα τον πατέρα μου, γυμνός από την μέση και πάνω, έκανε ζέστη, να τρώει γεμιστά και είχαν λυθεί τα γόνατα μου, να φαντάζομαι το κορμί του τρυπημένο από σφαίρες.
Γεμιστά έκανα χρόνια να ξαναφάω, πάντα με το ζόρι και το αυτοκίνητο που μου πήρε δώρο το πέταξα, δεν το έπαιξα ποτέ.
Ευτυχώς που δεν έφυγε για την Κύπρο, είχε λευκό απολυτήριο, ησυχάσαμε σε μια δυο μέρες με αυτό το νέο.
Εκείνη όμως την μέρα μεγάλωσα ίσαμε δέκα χρόνια και μπήκα βίαια στον κόσμο των ενηλίκων, διαβάζοντας στο εξής καθημερινά εφημερίδα και κάνοντας τις εκτιμήσεις μου για το αν θα έχουμε σύντομα ελληνοτουρκική σύρραξη.
Έκοψα και τον πόλεμο με τα άλλα πιτσιρίκια της γειτονιάς, μόνο μπάλα αραιά και που.

Παρασκευή, 16 Ιουλίου 2010

Ξανά εκεί ...




Ξαναγύρισα...
Και αυτή τη φορά ήξερα ακριβώς που να πάω.
Μπήκα πρώτος, ουσιαστικά περίμενα στην είσοδο πριν να ανοίξει το Μουσείο.
Ανέβηκα απευθείας πάνω και τις βρήκα στη θέση τους να περιμένουν ακόμη, με τα όμορφα πλεγμένα μαλλιά τους.
Πώς μπορείτε να είσαστε τόσο όμορφες ;
Πώς μπορείτε να έχετε τέτοια χάρη ;
Αυτός που σας σμίλεψε ήταν ο Έρωτας.
Έτσι, με αυτές τις σκέψεις, κάθισα ώρα μαζί τους και αυτές λες και κατάλαβαν, κάποια στιγμή -μόνοι μας είμασταν ; - έσπασαν την πέτρινη σιωπή τους και μου μίλησαν.
Η φωνή τους, άρπα και λύρα και αγγέλου ψαλμοί, όλα μαζί.
Μου είπαν για τους αιώνες και τους αέρηδες που χάραξαν και λείαναν τα πανέμορφα πρόσωπα τους, για την πύρινη μπάλα που αφάνισε τον Ναό, για τις κραυγές και τα παρακάλια τους, μπροστά στον άρπαγα, για την οργή τους προς τους μαυροφορεμένους.
Έφυγα ξανά δακρυσμένος. Και ικανοποιημένος.
Μόνο που, να, ήθελα να τις αγγίξω, θα ένοιωθα το δίχως άλλο την καρδιά τους να πάλλεται, αλλά ντράπηκα.






Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Τι περιμένετε κόρες ;





Σήμερα επισκέφθηκα το Μουσείο της Ακρόπολης.
Βουρκωμένος, να αποφεύγω το βλέμμα των οικείων μου και να δικαιολογούμαι ότι το νυστάζω και χασμουριέμαι και δακρύζουν τα μάτια, από το χθεσινό ξενύχτι.
Μα όταν έφτασα μπροστά στις Καρυάτιδες και την κενή θέση, τα δάκρυα έτρεχαν πια απ’ τα μάτια μου και δεν είχα πρόχειρη δικαιολογία.

Μεσημέρι έφυγα, συγκινημένος, τα μάτια μου είχαν χορτάσει από το φως του πεντελικού και του παριανού μάρμαρου, από την ομορφιά, περήφανος και με μία υπόσχεση. Να ξαναγυρίσω μόνος μου, χωρίς κανένα περιορισμό στον χρόνο.
Έφυγα όμως και οργισμένος.
Με τον κλέφτη, αλλά και τους άλλους, τους μισαλλόδοξους καταστροφείς του Κάλλους.

Πού πάει ο χρόνος που περνάει ;






Ακόμη θυμάμαι, το μικρό σωματάκι του, να χωρά στο ένα χέρι μου, όπως το κρατούσα κάτω απ τη βρύση, νεογέννητο και του έκανα μπάνιο.

Και τώρα παίρνει το δικό του δρόμο, ψηλός σαν ένα δέντρο.

Και συ που με ρωτάς, που πάει ο χρόνος που περνάει και αν χάνεται, δεν μπορώ να στο κρύβω πια, σου απαντώ :

- Στην καρδιά μας !

Καλοτάξιδος, αγόρι μου.

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Χωρίς εσένα ...

Για κάθε πατέρα σ αυτή τη γη,
το υπέροχο τραγούδι της ΑΥΟ.
Και αυτή η σιωπή στο 1:36΄ να κρύβει ένα λυγμό ;







Sadness covers my eyes but there's still some room to see the truth behind the lies
Now I'm hold enough to realize who there for me all my life
Nobody was there for you but for everybody who needed you
Nobody was on your side except of us and a drug addicted wife
It wasn't easy but you always fought for your family
You sacrificed your life for your kids and for your wife

Where would I be today without you being there for ma all my life
What would I do today without you taking care of me all the time
Where would I be today without you being there for me all my life
What would I do today whitout you taking care of me all the time

Sadness covers my soul while I\"m singing the song for you to let you know that everything you did I
appreciate and I know without you I wouldn't be here today
You where always there for me you are my best friend daddy I know I was unfair sometimes now whit this song I apologize

Where would I be today without you being there for ma all my life
What would I do today without you taking care of me all the time
Where would I be today without you being there for me all my life
What would I do today whitout you taking care of me all the time

I would be lost wouldn't do anything would go to the wrong way I wouldn't even sing
I would be down would be depressed just hanging around whitout prospects
I would be lost wouldn't do anything would go to the wrong way I wouldn't even sing
I would be down would be depressed just hanging around whitout prospects

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Μια νύχτα σαν απόψε ...

"Αφού προτίμησες τον πόλεμο από την ειρήνη και δεν μπορώ να σου αλλάξω γνώμη, ούτε με όρκους ούτε με ικεσίες, τότε πράξε όπως επιθυμείς. Εγώ καταφεύγω στο Θεό. Αν Αυτός αποφάσισε να σου παραδώσει αυτή την πόλη, ποιος μπορεί να Τον εμποδίσει; Αν σου εμφυσήσει στην καρδιά την ιδέα της ειρήνης, θα συμπορευθώ ευχαρίστως. Προς το παρόν, τώρα που έχεις παραβεί τις συμφωνίες που με δεσμεύουν με όρκο, ας ακυρωθούν αυτές. Έτσι θα κλείσω τις πύλες της πόλης. Θα πολεμήσω για τους κατοίκους με όλη μου τη δύναμη. Μπορείς να συνεχίσεις να ασκείς την εξουσία σου, ώσπου ο Δίκαιος Κριτής να μας κρίνει και τους δύο".

Δούκα, Fragmenta, σελ. 245.


Το τελευταίο μήνυμα του Κωνσταντίνου ΙΑ' Δραγάση Παλαιολόγου (1404-1453), προς τον Μωάμεθ τον Β΄, πριν την έναρξη της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, δείγμα ταπεινότητας, αποφασιστικότητας αλλά και απελπισίας.



Προδομένος από κλήρο και λαό, μετά την προσπάθεια του για την Ένωση των Εκκλησιών, σκοτώθηκε μαχόμενος.
Αυτός, που αν και η αποκομμένη κεφαλή του περιφερόταν
βαλσαμωμένη και γεμισμένη με άχυρα, τρόπαιο,
στις αυλές της ανατολής και απόδειξη της Άλωσης,
γέννησε έναν μύθο, που συσπείρωσε το υπόδουλο Έθνος.

Τον μύθο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά.

Που περιμένει μαρμαρωμένος σε κρυφή σπηλιά το "πλήρωμα του χρόνου". Και τότε θα έρθει Άγγελος Κυρίου και θα τον αναστήσει, για να πάρει πίσω την Πόλη.


Ο Σφραντζής στο Χρονικό του περιγράφει τις τελευταίες του στιγμές, όπως του τις διηγήθηκαν καθώς δεν ήταν αυτόπτης :


«... Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον “ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;” ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο’ των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης’ ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ΄ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν...».





Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Ένα κομμάτι από το σώμα Της






Κρατώντας ένα κουτί με γλυκά, μαλακά για να μπορούν να τα μασήσουν τα γερόντια, πήγα το πρωί να επισκεφθώ τους γονείς μου.
Η μητέρα μου, ξέρω ότι, αν και δεν το λέει, περιμένει την επίσκεψη μου αυτή τη μέρα.
Όπως ξέρω ότι και ο άλλος, ο ζηλιάρης, περιμένει να του πω ότι εμάς πάλι μας ρίξανε, κανείς δεν μιλάει για την γιορτή του πατέρα, κανείς δεν θυμάται πότε είναι.
Περιμένει να διατυπώσω αυτό το παράπονο, για να αρχίσει να γκρινιάζει με αυτόν το γλυκό παιδιάστικο πια τρόπο του - που είναι οι παλιές καλές εποχές που με ένα βλέμμα του αρκούσε για να νοιώσω τα γόνατα μου να λυγίζουν και να χάσω τη λαλιά μου ;
Τώρα ισχνό κορμί, ένα μάτσο κόκαλα.
Τέλος πάντων !
Με περίμενε η Μάνα στην πόρτα, με το χαμόγελο της, να μου δώσει το τελευταίο ραπόρτο από τις αρρώστιες τους και τα φάρμακα που παίρνουν.
Και όταν επί τέλους παραπονέθηκα για μας τους πατεράδες, είδα και το δικό του βλέμμα ικανοποίησης.
Αλλά μέσα μου ήξερα.
Τότε που σε είδα για πρώτη φορά γιέ μου, ένα μικρό ζαρωμένο πλασματάκι, σαν γυμνοσάλιαγκας, να κλαις γοερά, παίρνοντας τις πρώτες σου ανάσες, μπλάβο ακόμη, από το ζόρισμα του τοκετού, ματωμένο, από το αίμα Της, τότε είπα μέσα μου :
– Μα αυτό είναι ένα κομμάτι από το σώμα Της.

Σάββατο, 8 Μαΐου 2010

Εύθραυστοι

Πόσο εύθραυστος είναι ο κόσμος μας και οι ζωές μας ...












Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών, Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών, Επαμεινώνδας Τσακάλης, 36 ετών, αγέννητο βρέφος .... + 5 Μαϊου 2010.

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Ένα τσακισμένο λαχανί "mirafiori" ...



Σε ποιο πρωί Πρωτομαγιάς
γέμισ’ ο δρόμος όνειρα
δεν ήταν ώρα της δουλειάς
βρήκα τον ήλιο απόμερα.

Ας μην είχες τόσα λάθη
μες τα μάτια απ’ τα παλιά
θα ’σουνα τώρα κοντά μου
στη χρυσή Πρωτομαγιά.

Σε ποια στιγμή της άνοιξης
μπήκε πρωί ο Μάης
ήρθες κι’ εσύ σαν τη σκιά
το γέλιο να μου πάρεις.


(ποίηση Δημήτρη Χριστοδούλου)






Πρωτομαγιά του '76,
στις πολιτικές αναζητήσεις της πρώτης μου εφηβίας και χάζευα το "mirafiori", πεσμένο στην πρασιά, στο πλάι της λεωφόρου, ακούγοντας τα μισόλογα των μεγαλύτερων "... τον έφαγαν ... θα μιλούσε για την Κύπρο ... τον έφαγε ο Α...."

Τον γνώρισα, παιδάκι, ξεφυλλίζοντας την λογοκριμένη εφημερίδα του πατέρα, ήταν ο "προδότης" με το σκισμένο μαγιώ, δέσμιος και χτυπημένος.
Και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του, ξέβαφε και μου μαύριζε τα χέρια, γιατί την κοίταζα και την ξανακοίταζα ... με μαγνήτιζε αυτό το περήφανο, επίμονο βλέμμα, τι σόϊ προδότης και δολοφόνος ήταν αυτός ; Αυτός ήταν λεβέντης και πολεμιστής και ... ήρωας.
Και όσο ρωτούσα, σιωπή...

Ξεχάστηκε και μερικά χρόνια μετά όλα πήραν τις πραγματικές τους διαστάσεις. Ανατρίχιασα στην σοκαριστική εξιστόριση των βασανιστηρίων του και τον θαύμασα για τις αξίες και τον ηρωισμό του.

Και να τώρα, το λαχανί του "mirafiori", άλλοτε νευρικό και οξύθυμο, αψύ και ασυμβίβαστο, τώρα τσακισμένο, όπως το λοξοδρόμησαν και το έριξαν στον τοίχο, και η μαύρη ακριβή Τζάγκουαρ εξαφανισμένη.

Μπορεί να το τσάκισαν, μπορεί να τσάκισαν και το σώμα του, όχι όμως το βλέμμα του, όπως θα το θυμάμαι πάντα σε αυτήν την ασπρόμαυρη φωτογραφία.






Μέρες που περνάνε ...
όλο και θα ανατρέχουμε σε κάποιους που έφυγαν και μας θυμίζουν πολλά ...
και πάν' απ' ολα τις αξίες που βάλαμε στην πάντα.



Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

... game over ? ...



Μάλλον αυτό ήταν ....
έμεινα μόνος.

Μέχρι χθες έχανα κάτι, κάθε μέρα, αργά αλλά σταθερά.
Σήμερα με εγκατέλειψε και αυτός ο ίδιος ο εαυτός μου.

Υπάρχει άραγε πιο κάτω ;

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

Νυχτοπεταλούδα ...






Νυχτοπεταλούδα .... Κάηκε στο φως της ματαιοδοξίας της.
Κρίμα ...

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Ποιόν να πρωτοπροσκυνήσω ;





Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει τση "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση,
μες στη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσει
άγρια θεριά, εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κίνδυνο εγλίτωσα ως ώραν επολέμου
να γλιτωθώ ΄πο λόγου τους δεν το ΄λπιζα ποτέ μου
μα εβούθηξε το ριζικό τα άστροι με λυπηθήκαν
και σκότωσα και ζύγωσα κι αλάβωτο μ αφήκαν.

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά ίσωθε σ' ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό στου χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούροι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσμα τ' αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπαίνω μέσα στα κλαδια που 'ταν κοντά στη βρύση,
δια να δω και για να βρω το εκείνον άπου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστάς εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σωθέματά του
παρ' όλο οπού 'τα σα νεκρός, ήδειχνε η ομορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ' άρματα περίσσα ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ήντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη η λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δαχτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω
που ντη χε τη λαβωματιά να τον εβοηθήσω.

Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολίγο κι ουδε ντιβοτση τον ειχε δαγκαμένο
Φαίνετε να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο

και πήρε του τη δύναμη και τη πνοή του εχάσε
και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε
Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.

Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, κλάημα, δάρκυα, άνθρωπο δε γλυτώνου.
Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή εμπορούσα να γιατρέψω.

Δείχνει μου το δαχτύλι του που χε το δαχτυλίδι,
και γνώρισα πως χάρισμα σα φίλος μου το δίνει
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσαν
και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα".

Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.
Τούτα τα χερια που θωρείς λάκκο ζυμιό του σκάψαν
και τούτα τον εσήκωσαν και τούτα τον εθάψαν".

Ως τά κουσε η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθει
αμίλητη κι ο πόνος της την έκανε κι εχάθει.






Ποιόν να πρωτοπροσκυνήσω, τον Βιτσέντζο, τον Νίκο, γη τον Ρωτόκριτο και την Αρετή ;