Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.
Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν' ακουν * των ερωτών τα θαύματα.
Ζαλίζει τ' αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κό * βω να πέσουν στην άβυσσο.
Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι απο γιούλια και νάρκισ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.
Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι ανέμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * και χαλασμένες ψυχές
Κι απ' τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα !
ΙΙ. Με το λύχνο του άστρου.
στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
που να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν
Τ' αγόρια μου τουφέκια κρατούν και δεν κατέχουν
που να βρώ την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!
Από τους χρόνους τους παλιούς, το 'χω βαθύ μεράκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι
Τ' άπιαστο σαν αερικό, στην εμορφιά του Μάης
που αν κάνεις να τον μυριστείς, αλοίμονο σου -εκάης
Έβγα έβγα Μαγισσάκι, χτύπα χτύπα το ραβδάκι
Τι ζουμπούλια και τι κρίνα, τι κι ετούτα τι κι εκείνα
Ντο και ρε και μι και φα, μες στα ροζ τα σύννεφα
Ντο και ρε και φα και μι, φούχτα μου και δύναμη
Ποιος θα μου δώκει δύναμη, κι ένα μακρύ καμάκι
να βγω στις πέρα θάλασσες, να βρω το Μαγισσάκι
Που 'ναι σπηλιά του ο ουρανός, άγγελος η μαμά του
κι αφρός το φουστανάκι του, στην άκρια του κυμάτου
Χτύπα χτύπα το ραβδάκι, χύνε το νερό στ' αυλάκι
Τα παπιά και τα βαπόρια, παν μαζί και πάνε χώρια
Φα και ρε και μι και ντο, μες στο μπλε το ξάγναντο
Έξι τέσσερα κι οχτώ, γούρι μου και φυλαχτό
Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές, ν' ανάψω ένα κεράκι
να κάνει θαύμα στα κρυφά, για με το Μαγισσάκι
Που να κοιμάμαι ξυπνητός, να τρέχω ξαπλωμένος
και να με λεν χωρίς καρδιά, μα νά'μαι ερωτευμένος
Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι
Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα
Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό
Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε
Στάχυα ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.
Με χείλια μπρούντζινα κορμιά γυμνά
Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου
Έε! Έε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες
Στο λάδι της κατηφοριάς τ’ αλόγατα βουλιάζουν
Τ’ αλόγατα ονειρεύονται
Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες
Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί
Στους λόφους των λιγνών δεντρών που ζεματάν τ’ αυτιά τους
Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις
καβαλίνες τους.
Πέρα μες στα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα
Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά
Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει
Απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο
Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά
Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσκοϊτιά!
V. Όλα τα πήρε το καλοκαίρι.
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
με τα μισόλογα τα σβησμένα
τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.
Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, από "Τα Ρω του Έρωτα", "Το Άξιον Εστί" και "Ήλιος ο Πρώτος"
Οι δύο τελευταίες εικόνες είναι κολάζ του ποιητή.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου