
Σε ποιο πρωί Πρωτομαγιάς
γέμισ’ ο δρόμος όνειρα
δεν ήταν ώρα της δουλειάς
βρήκα τον ήλιο απόμερα.
Ας μην είχες τόσα λάθη
μες τα μάτια απ’ τα παλιά
θα ’σουνα τώρα κοντά μου
στη χρυσή Πρωτομαγιά.
Σε ποια στιγμή της άνοιξης
μπήκε πρωί ο Μάης
ήρθες κι’ εσύ σαν τη σκιά
το γέλιο να μου πάρεις.
(ποίηση Δημήτρη Χριστοδούλου)

Πρωτομαγιά του '76,
στις πολιτικές αναζητήσεις της πρώτης μου εφηβίας και χάζευα το "mirafiori", πεσμένο στην πρασιά, στο πλάι της λεωφόρου, ακούγοντας τα μισόλογα των μεγαλύτερων "... τον έφαγαν ... θα μιλούσε για την Κύπρο ... τον έφαγε ο Α...."
Τον γνώρισα, παιδάκι, ξεφυλλίζοντας την λογοκριμένη εφημερίδα του πατέρα, ήταν ο "προδότης" με το σκισμένο μαγιώ, δέσμιος και χτυπημένος.
Και η ασπρόμαυρη φωτογραφία του, ξέβαφε και μου μαύριζε τα χέρια, γιατί την κοίταζα και την ξανακοίταζα ... με μαγνήτιζε αυτό το περήφανο, επίμονο βλέμμα, τι σόϊ προδότης και δολοφόνος ήταν αυτός ; Αυτός ήταν λεβέντης και πολεμιστής και ... ήρωας.
Και όσο ρωτούσα, σιωπή...
Ξεχάστηκε και μερικά χρόνια μετά όλα πήραν τις πραγματικές τους διαστάσεις. Ανατρίχιασα στην σοκαριστική εξιστόριση των βασανιστηρίων του και τον θαύμασα για τις αξίες και τον ηρωισμό του.
Και να τώρα, το λαχανί του "mirafiori", άλλοτε νευρικό και οξύθυμο, αψύ και ασυμβίβαστο, τώρα τσακισμένο, όπως το λοξοδρόμησαν και το έριξαν στον τοίχο, και η μαύρη ακριβή Τζάγκουαρ εξαφανισμένη.
Μπορεί να το τσάκισαν, μπορεί να τσάκισαν και το σώμα του, όχι όμως το βλέμμα του, όπως θα το θυμάμαι πάντα σε αυτήν την ασπρόμαυρη φωτογραφία.

Μέρες που περνάνε ...
όλο και θα ανατρέχουμε σε κάποιους που έφυγαν και μας θυμίζουν πολλά ...
και πάν' απ' ολα τις αξίες που βάλαμε στην πάντα.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου