
Κρατώντας ένα κουτί με γλυκά, μαλακά για να μπορούν να τα μασήσουν τα γερόντια, πήγα το πρωί να επισκεφθώ τους γονείς μου.
Η μητέρα μου, ξέρω ότι, αν και δεν το λέει, περιμένει την επίσκεψη μου αυτή τη μέρα.
Όπως ξέρω ότι και ο άλλος, ο ζηλιάρης, περιμένει να του πω ότι εμάς πάλι μας ρίξανε, κανείς δεν μιλάει για την γιορτή του πατέρα, κανείς δεν θυμάται πότε είναι.
Περιμένει να διατυπώσω αυτό το παράπονο, για να αρχίσει να γκρινιάζει με αυτόν το γλυκό παιδιάστικο πια τρόπο του - που είναι οι παλιές καλές εποχές που με ένα βλέμμα του αρκούσε για να νοιώσω τα γόνατα μου να λυγίζουν και να χάσω τη λαλιά μου ;
Τώρα ισχνό κορμί, ένα μάτσο κόκαλα.
Τέλος πάντων !
Με περίμενε η Μάνα στην πόρτα, με το χαμόγελο της, να μου δώσει το τελευταίο ραπόρτο από τις αρρώστιες τους και τα φάρμακα που παίρνουν.
Και όταν επί τέλους παραπονέθηκα για μας τους πατεράδες, είδα και το δικό του βλέμμα ικανοποίησης.
Αλλά μέσα μου ήξερα.
Τότε που σε είδα για πρώτη φορά γιέ μου, ένα μικρό ζαρωμένο πλασματάκι, σαν γυμνοσάλιαγκας, να κλαις γοερά, παίρνοντας τις πρώτες σου ανάσες, μπλάβο ακόμη, από το ζόρισμα του τοκετού, ματωμένο, από το αίμα Της, τότε είπα μέσα μου :
– Μα αυτό είναι ένα κομμάτι από το σώμα Της.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου