
Θα γράψω για όσα έζησα, τις μέρες που μου χάλασαν τα παραμύθια μου.
Τότε που ο μεγάλος αδελφός μου μπήκε τρέμοντας στο σπίτι, με τα χέρια του στο αίμα.
Και έκλαιγε με λυγμούς, περίεργες συσπάσεις συντάρασσαν το πρόσωπο και διέκοπταν την μιλιά του.
Μας είπε για το παιδί που έπεσε μπροστά του, στο περίπτερο απέναντι απ’ τη «Γαρδένια»,
τότε που ακούγαμε τους κροταλισμούς κάτω στο κέντρο.
Κι αυτός το έπιασε να το σηκώσει και τώρα κρατούσε τα μυαλά του στα χέρια του.
Κι έκλαιγε, κι έτρεμε.
Μας κράτησαν μέρες μακριά από τα παράθυρα σα φυλακισμένους μεσ’ το σπίτι μας.
Και κείνη τη νύχτα είδα τη γυαλάδα της στενοχώριας στα μελιά μάτια της μάνας μου,
όταν άκουγε, με το αφτί της κολλημένο στο ράδιο,
ένα παλιό philips με λυχνίες, κοκκαλί χρώμα, το κράτησα ενθύμιο.
Κι από τότε στο παιγνίδι σταμάτησα να κάνω τον αστυνόμο.
Την ίδια μέρα επτά χρόνια αργότερα,
στην τελευταία μεγάλη, απαγορευμένη πορεία, τη μέρα που έγινα άντρας.
Την είχα κοπανήσει από την μικροαστική σιγουριά του σπιτιού μου,
μαθητής, δεκαεπτάχρονος σχεδόν και κατέβηκα στο κέντρο.
Έτρεξα, φώναξα, έβρισα κι είδα αίματα μπροστά μου,
σαν πίδακας να ξεπηδούν από το ανοιγμένο του κεφάλι,
εκεί ψηλά στην Πανεπιστημίου, μες την αντάρα,
τότε που το χέρι της Μάγδας με τράβηξε στην άκρη,
όπως στεκόμουν αποσβολωμένος, στην μέση του δρόμου,
από τη μια τα αίματα και από τις άλλη οι auras,
σκούρες μπλε απειλητικές σκιές, καταπάνω μου.
Με τράβηξε και με έβαλε σε ένα άλλο κόσμο, όταν τρέξαμε κλαίγοντας,
από την Πανεπιστημίου μέχρι την Αλεξάνδρας, μέσα από τα στενά,
να αποφύγουμε τα μπλόκα, στο δωμάτιο της, πρωτοετής σπουδάστρια νοσηλευτικής τότε.
Η Μάγδα !
Η Μάγδα που με είδε να κλαίω πιο πολλές φορές και από τη μάνα μου.
Που βρεθήκαμε μαζί και χαθήκαμε τότε που μπήκα στη Νομική και ξαναβρεθήκαμε μετά,
μέχρι που την έχασα για πάντα.
Και σ’ όλο το δρόμο σφιχτά αγκαλιασμένοι, μέχρι να φτάσουμε στο δωμάτιο της, να κρυφτούμε,
είχαμε ζήσει μια ζωή μαζί.
Εκείνο το βράδυ, που έσπασε το μπλοκ του "Ρήγα",
κυνηγημένοι, σ ένα μικρό δωματιάκι, εκτονώσαμε ο ένας στον άλλο,
τον φόβο, την οργή και τη λαγνεία μας και στο τέλος κοιμήθηκα πάνω στα γυμνά της στήθια.
Κι ήταν δεκαεπτά του Νοέμβρη.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου