
«- Πολύ βαρύς ο χειμώνας φέτος. Xρόνια είχε να κάνει τέτοια χιονιά. Ε ! δε μιλάς εσύ ; Εμένα πάγωσαν τα χέρια μου. Και εδώ που είμαστε χωμένοι μεσ’ τη λασπουριά, δεν νοιώθω πια μήτε τα πόδια μου. Τι να κάνει τώρα η κυρά ; Κακομοίρα, παλεύει κι αυτή με τα ζωντανά και τα κουτσούβελα».
Κρύωνε και έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος μέσα στο παγωμένο όρυγμα, τραβούσε τα χέρια του να τα βάλει μέσα στα χοντρά μανίκια της μαντύας.
Και όσο περνούσε η νύχτα χειροτέρευε, το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα.
Τον άλλο δεν τον άκουγε πια από ώρα, είχε αποκάμει φαίνεται, κούραση, κρύο και πείνα, τον έβλεπε μόνο φευγαλέα στις λάμψεις των οβίδων να κείτεται στην μεριά του.
Μπαράζ πυροβολικού.
Το ορειβατικό είχε πιάσει δουλειά από νωρίς.
Το είχαν ανεβάσει τα παιδιά με μουλάρια και τώρα «μπουμ – μπουμ».
Βολές «εγγύς φίλιων τμημάτων», έτσι τις έλεγαν.
Τα βλήματα περνούσαν ξυστά πάνω από τα κεφάλια τους και έσκαγαν κοντά, στις εχθρικές γραμμές. Κάθε έκρηξη του συντάραζε τα σωθικά.
Μόνο να μην έκαναν λάθος στην παρεκτροπή ή όπως διάολο το έλεγαν αυτοί του πυροβολικού, σκέφτηκε, ήταν μορφωμένοι όμως ΄λέγαν και τους είχε εμπιστοσύνη.
Και οι άλλοι, οι κοκορόφτεροι από απέναντι, έριχναν συνεχώς προς το μέρος τους, έσκυβαν να φυλαχτούν.
« Να κουνηθώ λίγο, να μην κοιμηθώ, θα παγώσω» σκέφτηκε.
«Ο άλλος δεν μιλάει, ελπίζω να μην κοιμήθηκε».
Καλό παιδί, τα είχαν πει αρκετά πιο πριν. Τον είχε γνωρίσει στην διλοχία πολυβόλων, καινούργιος, δεν ήταν ντόπιος, από την Κρήτη, βοσκός, είχε και αυτός δυο παιδάκια.
Ο δεκανέας τους έστειλε μαζί, να σκάψουν το όρυγμα και να φυλάξουν το μονοπάτι, περνούσαν ανιχνευτές δυο μερόνυχτα και έδιναν στίγμα στα ιταλικά πυροβόλα.
Φόρτωσαν τα σκαπανικά, το Σαιντετιέν, το τρίποδο και τις σφαίρες σε ένα μουλάρι και βουρ.
«- Ε !» του μίλησε στον απόηχο μιας έκρηξης, να μην τους ακούσουν παραπέρα, «μη κοιμάσαι, θα παγώσεις. Δε μιλάς πολύ, νόμιζα ότι εκεί κάτω ήσασταν πιο γλεντζέδες».
«Πάρε», έσκυψε στο μέρος του, απλώνοντας το χέρι, «Τσίπουρο δικό μου, πιές δυο γουλιές να ζεσταθείς».
Και τότε μόνο είδε, την τρύπα στο κράνος, που έχασκε σαν μαύρο ανοικτό στόμα, από ώρα σκοτωμένος και παγωμένος, να του μιλάει και αυτός να έχει φύγει.
Ο Τάσος ο Αρτινός, από τους λίγους Δαβάκηδες κι αυτός, του Αποσπάσματος Ηπείρου, έκλαψε, βουβά, για πρώτη και τελευταία φορά, εκεί ψηλά στην Γκραμπάλα. Πίσω από το βουνό ξημέρωνε ο Θεός τον Ήλιο, στις 30 Οκτώβρη του 1940.

Μετά τα τόσα χρόνια όσα χιόνια και να έπεσαν τέτιους ήρωες η Ελλάδα δεν θα ξαναδεί
ΑπάντησηΔιαγραφήΤώρα πολεμάνε για τη καρέκλα και η ρουφιανιά είναι το μόνο τους όπλο